Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Αστρικα πτωματα

Ο Κλαυδιος υπογραφει με το ονομα της Αγαπημενης του: Almagesti...Ειναι νυχτα. Στεκεται στο παραθυρο γυμνος με το σωμα του να λαμπυριζει στις αποχρωσεις του φεγγαριου. Ειναι πανσεληνος και η διαθεση του εδω και πολλες εβδομαδες ειναι βαθια διαταραγμενη. Του λειπει η Αλμαγεστη. Την θυμαται στο παραθυρο την ωρα που ξημερωνε: Τα πορτοκαλι κοραλλενια μαλλια της ειναι πιασμενα σε δυο κοτσους δεξια και αριστερα. Το λευκο της δερμα φωτιζεται απο το γλυκο ημιφος της αυγης. Φοραει κατι σαν κιμονο σε σκουρο μπλε χρωμα με γαλαζια μανικια. Επανω του μοιαζουν να ειναι κεντημενα με χρυση κλωστη ακατανοητα μοτιβα.Τον κοιταζει με τα μελια της ματια και πλησιαζει το τραπεζι με τα αντικειμενα. Εκεινο βρισκεται μπροστα της.Το πιανει στα δυο της χερια και το σηκωνει ψηλα στο φως χαμογελωντας. Εκεινο της αντιγυριζει μια λαμψη σαν ιριδιζον ευχαριστω. Τωρα ο Κλαυδιος ειναι μονος του στο δωματιο και η Αλμαγεστη σε καποια χωρα της Ανατολης. Ποσο του λειπει! στρεφει το βλεμμα του στο τραπεζι και το βλεπει,λαμπερον και ιριδιζον να του χαμογελαει προκλητικα. Το πιανει στα χερια του με ευλαβεια. Απο τοτε που εφυγε εκεινη ειναι η πρωτη φορα που το αγγιζει. Καθως καρφωνει την ματια του επανω του το στρεφει αργα -βασανιστικα αργα- προς τον ουρανο. Και τοτε την ειδε. Βρισκοταν εκει,ντυμενη το ενδυμα της σεληνης. Στο σωμα της,που ητανε γεματο ηλιακες κηλιδες διακρινονταν τα ορη και οι πεδιαδες της. Απο τους κρατηρες της ανεβλυζε καυτη λαβα ενω ο δακτυλιος της περιστρεφοταν αργα και ηδονικα γυρω της σαν επιμονος εραστης. Η υποσταση της ητανε αστρικης φυσεως. Τοτε την ακουσε να του λεει:
- Ηξερες ποια ημουνα. Το συμπαν ειναι τελεια φτιαγμενο και εγω βρισκομαι στο κεντρο του.
- Εσυ;
- Ναι. Στο ειχα πει. Που παει ενα αστερι οταν πεθαινει;
- Δεν μπορω να το κανω.
- Μπορεις.Εισαι ετοιμος;
Εσφιξε τρομοκρατημενος την χειρολαβη και ανοιξε διαπλατα τα ματια. Τοτε μια τρομακτικη λαμψη περασε απο μπροστα του και σκεπασε τα παντα. Το μονο που εβλεπε ητανε μπαλες απο καρβουνο με μεγεθος παραπλησιο με αυτο του ηλιου να χανουνε την αρχικη υποσταση τους και να καταρρεουνε κατω απο τη δυναμη της ιδιας τους της βαρυτητας. Τις ειδε να εκφυλιζονται μετατρεπομενες σταδιακα σε λευκους νανους. Αναριθμητες αστρικες εκρηξεις συντελουνταν μπροστα στα εκπληκτα ματια του παραγοντας αμετρητα φωτεινα αντικειμενα. Διαμαντενιοι λευκοι νανοι, ολοζωντανοι ερυθροι, μοναχικοι φαιοι, ολα μια πανδαισια χρωματων: κυανολευκο,λευκοκιτρινο,χρυσοκιτρινο,ερυθρο. Φασματα που καθως αποσυντιθονταν κομματιαζονταν σε απειρες φωτεινες δεσμες, σε μαγικες λωριδες φωτος. Τοτε ενας αστερας αρχισε να εκτινασσει απο πανω του - με απεριγραπτη ορμη- το αστρικο του υλικο στροβιλιζομενος σαν περιστρεφομενος δερβισης. Ξαφνικα εξεραγη αφηνοντας πισω του ενα τεραστιο νεφελωμα. Ο Κλαυδιος ειδε μιλουνια αστρικης σκονης να κατευθυνονται κατα πανω του και να εισβαλλουν στο σκοτεινο του δωματιο. Σμηνη μοριακων νεφων αρχισαν να σχηματιζουν γυρω του αστερια και πλανητες. Το δωματιο του εγινε τοπος υπερκαινοφανων εκρηξεων γεματο αστρικα πτωματα που ο θανατος τους θα γεννουσε ζωη. Τοτε,αναμεσα στις εκρηξεις supernova,τα νεφελωματα και τα αστρικα νεφη την ειδε να ξετυλιγεται σαν πολυχρωμο γαιτανακι. Μια μαζα απο ατομα,μορια και στοιχεια για τη συνθεση της ζωης μια "θεα των αστεριων". Πεταξε μακρια τα υπολλειματα των εκρηξεων, τα τυλιξε σε μπαλες νετρονιων και αφου τα φυσηξε μακρια του εδειξε τι ειχε απομεινει απο την ζωη του: μια μαυρη τρυπα βρισκοτανε μπροστα του,μια τρυπα που ειχε ρουφηξει ολη την προηγουμενη ζωη του και τωρα τον καλουσε μεσα της. Τα υπολλειματα της ζωης του ειχανε παρει τη μορφη της μαυρης τρυπας που εχασκε τωρα μπροστα του. "Σιγουρα δεν υπαρχει ωραιοτερος θανατος απο αυτον" σκεφτηκε και κανοντας ενα βημα μπηκε μεσα και χαθηκε για παντα. Την ωρα που εφευγε γυρισε και κοιταξε: εκεινη ειχε παρει την ανθρωπινη μορφη της και το γαλαζιο χρυσοκεντητο κιμονο της ανασηκωνοτανε ελαφρα καθως το παρεσερνε ο δυνατος ανεμος. "Τωρα ξερεις που παει ενα αστερι οταν πεθαινει". Την ακουσε να του ψιθιρυζει καθως χανοτανε στον σκοτεινο,υπεροχο θανατο του.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Το Βαλς των Αναστεναγμων

Θελω να χαθω παλι μεσα σ’εκεινη την ομιχλη με τους δαιδαλωδης διαδρομους και τις υπογειες στοες,να παρασυρθω από τους χειμαρρους των αγαπημενων μου προσωπων και αντικειμενων να νιωσω και παλι τον εμπαιγμο και την περιπαικτικη διαθεση τους καθως θα επιχειρω ένα νέο αλμα στα αναβραζοντα νερα των ποθων μου. Θελω να χαραξω αυλακια σε σωματα που θα με οδηγησουν στο Δελτα της καρδιας τους, να μαζεψω τ’απονερα των χαμενων στοχων μου και να τα ενωσω με τους καταρραχτες που γεννα η διψα μου. Να ξεφυγω από τα παμφαγα ματια του θανατου και ν’αλλοιωσει τα χαρακτηριστικα μου το σαρακι του ερωτα καθως θα παιρνω τη θεση ενος εκθεματος σ’ένα μισογκρεμισμενο μουσειο. Θελω να χορεψω το βαλς των αναστεναγμων μεσα από τους στιχους βιβλιων που αγαπησα, ν’αποδωσω φορο τιμης στις λεξεις που με σημαδεψαν,ν’αναρριχηθω στις μνημες που με τσακισαν και να βαπτιστω στην κολυμπηθρα του θρονου καθως θα εκδυομαι τα αμαρτηματα μου και ολες τις καθημερινες μου θεωριες.

Στρογγυλοσχημη,σαρκωδης προεξοχη στο πισω μερος της λεκανης. Εδω,τοποθετημενη σε στιλπνο κατοπτρο ετσι ωστε να αντανακλα το ειδωλο της.

Αrtholic



Στα χρωματα και τα περιγραμματα σου συναντω τον εσωτερικο μου κοσμο. Στο περιεχομενο σου ερχομαι σ’επαφη με βιωματα, συναισθηματα, μεταφυσικες ανησυχιες. Κάθε εκφραση σου με χρωματα, μαρμαρο, λεξεις, ηχο,κινηση είναι μερος της πολυπλοκης διαδικασιας αυτοπραγματωσης. Ετσι μπορω για λιγο να βιωσω τον βαθυτερο,συγκλονιστικο,ασυνειδητο κοσμο μου, να μεταβω σε αλλους κοσμους και να γινω κοινωνος αναριθμητων πραγματικοτητων. Όλα ειπωμενα σε μια γλωσσα αινιγματικη, σιβυλλικη σχεδον. Αναζητηση πισω από τα φαινομενα και αναπτυξη της ενορασης, συλληψη μιας αλλης γλωσσας αυτή της φαντασιας,των ονειρων και των συμβολων. Διανοητικα παιχνιδια που αποκαλυπτουν την ουσια της ζωης σε μια ενηλικη υπαρξη που αποκοπηκε από τον κοσμο της φαντασιας όταν εξοριστηκε από το συμπαν των παιδιων. Όμως εχει ακομη ανάγκη τα παιχνιδια του μυαλου, σε έναν κοσμο ακρως ορθολογιστικο και ταχτοποιημενο σε νομους και κανονες, έναν κοσμο που δεν αφηνει χωρο στη φαντασια και σταδιακα την οδηγει σε καταρρευση. Ετσι κι’εγω διαστελλω τους πορους του μυαλου μου και σε αφηνω να εισχωρησεις στους χυμους του σωματος να με ταξιδεψεις με τις εικονες σου,να μου τραγουδησεις, να μου διαβασεις να με μαγεψεις, να με ταξιδεψεις στο χωροχρονο του φωτοδυναμισμου και της χωροδυναμικης μεσα από αλλεπαληλα στροβιλισματα.




ΜαΝτΑλΑ

Ομοκεντροι κυκλοι,γεωμετρικα σχεδια και αναπαρασταση των αρχεγονων θεοτητων του συμπαντος. Ένα οικοδομημα με 4 πυλες,συμβολο της ενωσης των 4 συμπαντικων σκεψεων. Ευγενικη αγαπη,συμπονια,συμπαθεια,γαληνη. Σκεψεις στολισμενες με καμπανες, γιρλαντες και αλλα διακοσμητικα μοτιβα. Η μανταλα είναι το παλατι και ο ναος της θεοτητας. Για να μπουν ανθρωπινα οντα εκει μεσα πρεπει να διασχισουν τον εξωτερικο πυρινο κυκλο που θα τους οδηγησει στη μεταμορφωση. Έπειτα τον κυκλο κεραυνου και αυτόν των διαμαντενιων σκηπτρων ώστε να αρχισει η πνευματικη ανυψωση, ο μετεωρισμος. Σ’αυτό το σημειο θα ερθουν σε επαφη με τα αμαρτηματα της συνειδησης τους τα οποια πρεπει να τεμαχιστουν ώστε να διασπαστουν οι κυκλοι των γεννησεων και των μετενσαρκωσεων της ψυχης τους. Τοτε θα φτασουν στο κεντρο,στον κυκλο που κατοικει η θεοτητα,η μανταλα ώστε να ενωθουν μαζι της και να γινουν οι ιδιοι θεοι. Για να γινει αυτό θα πρεπει να αντικρυσουν τις τρομακτικες οψεις της υποστασης τους και να τις εξευμενισουν ώστε να μετατραπουνε σε συμπαντικη αυτοσυμπαθεια. Στην ενωση με τη θεα ενυπαρχει η συνειδητοποιηση ότι η θεικοτητα υπαρχει μεσα μας.

Ταραντελα

http://oigeitoniestoukosmou.blogspot.com/2009/05/blog-post_4987.html
Ο τελετουργικος χορος στον Ταραντα της Απουλιας ξεκιναει. Μαινομενοι ταραντατοι θα δεχτουν τον μουσικο εξορκισμο που θα απομακρυνει την απειλη της θανατηφορας Ταραντουλας. Οι οργανοπαιχτες μπαινουν στο σπιτι και χτυπανε με μανια τα ταμπουρλα. Σιγα σιγα οι Ταραντατοι σηκωνονται και ξεκινανε έναν ξεφρενο χορο που δεν είναι τιποτα άλλο από τη μεταμορφωση τους σε αραχνη. Όταν πεσουν κατω ξεθεωμενοι δεν θα είναι ποτε πια οι ιδιοι αλλα ένα κουβαρι ανθρωπομορφες αραχνες που εχουνε καταληφθει από ιερη μανια, φλογισμενες και διψασμενες για επιθεση στα ανυποψιαστα θυματα τους. Ζουνε σκαρφαλωμενοι στα δεντρα, σε κωδωνοστασια, σε σκεπες και περιμενουν να περασει το ανυποψιαστο θυμα τους. Τοτε ορμανε επανω του και σαν αρπακτικα πουλια τον γραπωνουνε με τα δοντια τους και χυνουνε μεσα του το δηλητηριο. Μια σταγονα αρκει για να μεταμορφωθει κι’ αυτος σε αραχνη.

Σαγηνευση

Κοραλλια αρμενιζουν στα μαλλια σου,μια ζωνη αγνοτητας τυλιγει επιδεξια το σωμα σου,ζωνη φτιαγμενη από φυκια και διαμαντια. Χορευεις στο ρυθμο των κυματων σαν ξεμυαλισμενος ερωτιδεας. Η φωνη σου τρανταζει την ψυχη μου και κομματιαζομαι στον αποηχο της. Εγω δεν θα δεθω στο καταρτι σαν τον Οδυσσεα. Θα ερθω κοντα σου, σειρηνα και θα αφεθω να κατασπαραχτω από τα γαμψα σου νυχια,να πολτοποιηθω από του μυωδεις νευρωνες του κορμιου σου. Θα βρεθω μαζι σου στο βυθο το ξερω όμως για ένα τετοιο διαμελισμο δινω ακομα και τη ζωη μου. Ηρθες στη ζωη μου και μου αφησες μια γλυκια αισθηση, με γεμισες απιθανα σιροπια που τρεχουν από πανω μου, κολλαω ολοκληρη,σταζω και γινομαι η ιδια καραμελα. Ερχομαι να μπω μεσα σου να ρουφηξω το ζωμο σου τα ιχνοστοιχεια και τα μεταλλα σου να βγαλω το περιτυλιγμα σου και να σε γλυψω γλυκα να σε αρπαξω με μανια, να ζουληξω τη σαρκα σου με τα κοφτερα μου νυχια και να πιω το αιμα που θα τρεξει από πανω σου. Θρεψε τον βρυκολακα που κρυβω μεσα μου κι’όταν θα ουρλιαζω από πονο μην φοβηθεις. Θα ξεσκισω το σωμα σου και θα ντυσω με τα κουρελια του την ψυχη μου…


Η γοητεια της ανωνυμιας

Τα προσωπα δεν εχουνε καμμια σημασια. Παρουσιαζονται ανωνυμα γιατι είναι συμβολα. Η γυναικα παραπεμπει στο αιωνιο θυληκο και στη γονιμοποιο δυναμη του. Η κοραλενια τομη της γυναικας ελκει σαν μαυρη τρυπα το σπερμα που αναζητα με σπασμωδικες κινησεις την αυτοπραγματωση του. Η μαυρη τρυπα ρουφαει τα παντα. Ακομα και το φως. Το σπερμα δεν προλαβαινει ν΄αντισταθει και κινειται ολοκληρο στο χαωδες ανοιγμα της. Θυληκο και αρσενικο ενωνονται σε μια ενιαια υποσταση. Όχι, εγω,εσυ, εκεινος, εκεινη. Το θυληκο και το αρσενικο. Χωρις ταυτοτητες. Χωρις τις χιλιοειπωμενες ταυτοτητες του παρελθοντος.

Φυγοκεντρος δυναμη

Σημερα το πρωι λιγουρευτηκα ενα αεροδρομιο. Ένα αναγλυφο αεροδρομιο με τη βαση του από παντεσπανι και τις πυλες του να σταζουν σιροπι καραμελα και πολυχρωμες γιρλαντες. Στο ταβανι του κρεμονται φιογκοι από διαμαντενιο χαλαζι και οι τοιχοι του κρυβουν διαμαντενια μπισκοτακια της τυχης. Καροτσακια από βοτσαλο τριγυρνανε σαν τρελα στην αιθουσα από σαντιγυ και μοσχοβολανε μπισκοτο καραμελα. Σοκολατενιοι άνθρωποι γλιστρανε πανω στην πιστα από παγωτο και φτανουνε στο αεροπλανο από γαλα καρυδας που τους τυλιγει στην ασπρη ποδια του και ξεκινανε για το ταξιδι τους στους γαλαξιες.

Ο θλιμμενος σατυρος

Κομποι από δροσοσταλιδες εμπλεξαν στα μαλλια μου. Οταν χτενιστηκα επεσαν στο χωμα και εγιναν νυχτα που κυλησε κοντα στο ποταμι και εγινε θρυψαλλα. Από μεσα κυλησανε μικρα διαμαντια που επεσαν στο γαλαζοπρασινο νερο και σχηματισαν μια χαραδρα από τριανταφυλλα κοκκινα σαν αιμα. Ηταν το δικο σου αιμα που κυλησε από τον καταρραχτη, κλεινοντας τον μπογο της ζωης που εσερνες πισω σου με βαρια βηματα. Τοτε εκανες ένα βημα,σταματησες και αποφασισες να τον ανοιξεις για να δεις τι ειχες βαλει,τι κουβαλουσες τοσο καιρο και ειχε βαρυνει τοσο. Τοτε χυθηκαν μιλουνια θυμοι,ενοχες,απογοητευσεις και κατρακυλησαν στο χωμα μπροστα στα ποδια σου. Ανοιξες το βημα σου, τα προσπερασες και τα αφησες για παντα πισω σου…

Μια συνηθισμενη μερα

Eκατσα στο μολο να ψαρεψω τις σκεψεις μου που κολυμπουσανε. Μερικες από αυτές ανεβαινανε στην επιφανεια και τοτε προσεξα το χρυσο λαμπυριζον χρωμα τους. αρχισα να τις λιγουρευομαι και εβαλα το καλυτερο δολωμα μου για να τις πιασω και να τις φαω. Σκεφτηκα να τις βαλω στο φουρνο και να τις αλειψω με φρεσκα χρωματα και μυρωδατα ονειρα. Εριξα μια ματια γυρω μου. το λιμανι μυριζε φρεσκοψημενη μπογια και ένα καραβι αραγμενο στο μολο επισκευαζονταν από εργατες γιατι ειχε γεμισει σιροπι δαμασκηνο και κολλαγε ολοκληρο. Τελικα το καθαρισαν, του φορεσαν τα φτερα του και εφυγε. Ευτυχως, σημερα ειχα καλη ψαρια. Επιασα μια ντουζινα αναγλυφες,χρωματιστες σκεψεις και τις εφαγα με πολύ ορεξη. Ειχα τοσο καιρο να φαω τοσο νοστιμες σκεψεις που δεν αφησα ουτε μια!

Παιδικο ονειρο

Ξεκολησε το φεγγαρι και επεσε κατω. Πηγα να το μαζεψω. Σκουπισα τα χωματα από πανω του, του αλειψα σπαθολαδο στην πληγη και την τυλιξα με έναν επιδεσμο. Υστερα ανεβηκα στη σκαλα και το ξανακρεμασα στον ουρανο. Τοτε σκεφτηκα να διορθωσω λιγο και τ΄αστερια που ειχαν γειρει κι΄ένα από αυτά ηταν ετοιμο να πεσει. Ανεβηκα και στα συννεφα και τα ταχτοποιησα γιατι ειχανε μπερδευτει. Εκλεισα τις κουρτινες για να μην τα ενοχλει ο ηλιος και τους εβαλα από ένα αστερακι διπλα τους για να το αναβουν το βραδυ. Μερικα τα στολισα με κορδελες και αλλα τα πασπαλισα με αχνη ζαχαρη. Εκεινη την ωρα ένα μωρο συννεφακι αρχισε να κλαιει και με εκανε μουσκεμα. Μαζεψα όμως τη βροχη του σ΄ένα παγουρι και την κρατησα για το δρομο γιατι μπορει να διψουσα στην επιστροφη. Υστερα καθισα λιγο παραπερα και περιμενα ένα σμηνος χελιδονια που ηξερα ότι θα περνουσαν από εκει κατά τη διαρκεια του αποδοιμητικου ταξιδιου τους. την ωρα που τα ειδα τους εκανα νοημα και ένα από αυτά με πηρε στην ραχη του. Με ρωτησε αν θελω να με αφησει καπου κι΄εγω του ειπα ότι ηθελα να με αφηνε στο παρακατω συννεφο. Εκει εβγαλα τις πορφυρες ομπρελες που ειχα στην τσεπη μου και αρχισα να τις κρεμαω στον ουρανο. Εβγαλα και κατι πολυχρωμες σαπουνοφουσκες και τις φυσηξα ψηλα. Τοτε θυμηθηκα ότι ειχα κατι χρωματα στην τσεπη μου. Πηρα το αγαπημενο μου μπορντω και αρχισα να βαφω διαφορες γωνιες του ουρανου. Εριξα και λιγο τυρκουαζ σε αλλα σημεια και χρωματισα με ροζ μερικα συννεφακια. Στα αστερια ακουμησα χρυσοσοκονη για να είναι πιο λαμπερα και στο φεγγαρι κρεμασα μια δαμασκηνι κουνια για να καθονται οι νεραιδες που περνουσαν από εκει. Καθως κοντευε η αυγη αρχισα να τα μαζευω για να φυγω γιατι αν με εβλεπε ο ηλιος θα οργιζοτανε πολύ που του εκανα τον αγαπημενο του πλανητη ανω κατω. Τους εβαλα μουσικη τον ηχο του ανεμου και καθως κατεβαινα τη σκαλα τους χαιρετησα με μια βαθια υποκλιση κι΄ένα καραμελενιο φιλι. Εφυγα πανω στην ωρα γιατι καθως κατεβαινα ακουσα τον ηλιο να φωναζει για την ακαταστασια και να απειλει πως αν πιασει στα χερια του αυτον που του γεμιζει τον γαλανο ουρανο με χρωματα, τσιχλοφουσκες,ομπρελες και μετακινει τα αστερια θα τον στειλει μια για παντα στο νησι των μακαρων. Και συνεχισε λεγοντας ότι την προηγουμενη φορα αντικρυσε τα συννεφα με ξεφτια από βελουδα, το φεγγαρι αλλειμενο με σιροπι μηλο (το πατησε και παραλιγο να πεσει), τα αστερια κεντημενα με χρυση κλωστη ενώ από το ουρανιο τοξο κρεμονταν ζαχαροκαλαμα σε μεταξωτες κορδελες. Υστερα θυμηθηκε ότι ειχε δουλεια και σημερα και εφυγε μουρμουριζοντας κατι ακαταλαβιστικες ηλιοκουβεντες.






Η Αγαπημενη του Baudelaire



http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htmΗ αγαπημενη μου εμεινε γυμνη με μονα στολιδια τα κοσμηματα της. βραχιολια που εκαναν κροτο στα χερια και στα ποδια, περλες στο λαιμο,δαχτυλιδια με πολυτιμα πετραδια στα χερια και μαλλια στολισμενα με κορδελες και χτενακια από κοραλλια. Όπως οι Σαρακηνοι πειρατες γεμιζαν τα σεντουκια τους πολυτιμους θησαυρους μετα από μια νικηφορα μαχη ετσι ηταν και η αγαπημενη μου. Στολισμενη σαν νικητρια πειρατινα μετα από τη μαχη με το θριαμβο ζωραφισμενο στο προσωπο της και την αλαζονεια του νικητη. Όταν αρχιζει τον ζωηρο και σαρκαστικο χορο της ο κοσμος αυτος του μεταλλου και του πετραδιου δονειται ολοκληρος πανω στο κορμι της προκαλωντας μεθη και εκσταση που γίνεται ερωτικη λυσσα. Τοτε ο ερωτας ο βαθυς και γλυκος σαν τη θαλασσα αρχιζει να αναδυεται από μεσα μου. Εκεινη συνεχιζει. Σειοντας τα κροταλα του νικητη με το βλεμμα πανω μου στητο σαν τιγρη δαμασμενη αρχιζει με αφελεια και λαγνεια τις μεταμορφωσεις. Για χαρη μου γίνεται κυκνος, αετος, υαιενα, μαγισσα και φωτια. Κυματιζει με φιληδονη αυθαδεια τα χερια, τις γαμπες, τη μεση, τους μηρους, την κοιλια και τους μαστους της. ξεδιπλωνεται μπροστα μου ολο ηδυπαθεια σε ολο της το μεγαλειο για να ταραξει της ψυχης μου τη γαληνη για να κλονισει το νου μου που ειχε ξαποστασει σε έναν κρυσταλενιο βραχο. Ξαφνικα με μια νεα μεταμορφωση αρχισαν στο σωμα της να ενωνονται οι θυληκοι γοφοι της μ΄έναν αρσενικο κορμο τεντωνοντας σαν τοξο το πυρροχροο λαξευμα της εξαισιας λεκανης της. Και καθως ξεψυσουσε η φωτια στο τζακι ένα σπαραχτικο βογγητο που βγηκε από μεσα της πλημμυρισε το σωμα μου με αιμα κεχριμπαρενιο και ανειπωτη ηδονη. Και τοτε εγω γονατιζω μπροστα της και προσευχομαι σαν ειδωλολατρης:


Τις φλογες σου μην σβηνεις, τη μουδιασμενη μου καρδια ζεστη κρατα, ω! ηδονη, ψυχων μαρτυριο!


Θεα, που σ΄αιθερα απλωνεσαι εισακουσε την ψυχη μου την παγωμενη που βροντερο σου ταζει ασμα.


Παντανασσα ηδονη μου, σειρηνας παρε προσωπειο με βελουδο φτιαγμενο και σαρκα και χυσε μου βαθυ τον υπνο


Στον αμορφο μυστικο μου οινο, ω! μαστιγιο ηδονης, φλογα της ψυχης παρε τη ζωη μου!







Μητριαρχια

Eιμαι η νεραιδα, το αερικο του μαγεμενου δασους. Η φορεσια μου είναι καμωμενη από φυλλα δεντρων και τα μαυρα μου μακρια μαλλια μπλεκονται με τον ανεμο. Χορευω αναμεσα στα δεντρα,στροβιλιζομαι και μπλεκομαι στα κλαδια τους. Ειμαι η ομορφοτερη η πιο αερινη και μαγεμενη δασικη υπαρξη.
¨Στολιδι του δασους,θεα των στεναγμων,κορη της υπαρξης χορεψε για μας. Σκορπισε τη γονιμοποιο δυναμη σου αναμεσα μας για γεννησουμε ζωη¨.  Ετσι ψιθυρίζουν ο ανεμος, τα πουλια με το τραγουδι τους, τα νερα που κυλανε στις λιμνες, τα ζωα που ζευγαρωνουν στις φωλιες

τους. Υποκλινονται μπροστα μου, καταθετουν τη δυναμη τους σε μενα. Ειμαι η ιερεια της θεας-γης της θεας της γονιμοτητας και της ζωης. Χωρις εμενα, το Θυληκο,την αδιαμφησβητητη Κοσμικη Αξια δεν υπαρχει ζωη. Αυτό το ξερουν καλα τα αρσενικα που εχουν αναλαβει την γονιμοποιηση μου. Επιλεγω αναμεσα τους τα δυνατοτερα, και ομορφοτερα για να παρω το σπερμα τους και να φτιαξω ζωη. Εκεινα ανταποκρινονται στις δικες μου επιθυμιες και γνωριζουν καλα τι τους περιμενει αν δεν εκτελεσουν σωστα το εργο τους. Θανατος για οποιο αρσενικο δεν μου προσφερει ηδονη, για οποιο δεν με γονιμοποιησει, δεν ικανοποιησει το παθος μου για ζωη. Ο φαλλος υπαρχει για να ικανοποιει εμενα, την απολυτη συμπαντικη θεα.

Ασυμφωνια σωματων

Δυο σωματα τριζουνε και παραδερνουνε σαν ακυβερνητα καραβια. Το ένα είναι αρσενικο το άλλο θυληκο. Μια μερα τυλιχτηκαν γυρω από το φοβο δεν γελανε πια και ουτε χαιρονται την λασπωδη υφη τους. Αρχισαν να ντρεπονται για τις καμπυλες τους, τα εξογκωματα τους, τις απιθανες αποχρωσεις τους, τους ηχους τους. Βρηκανε ανετα,μοντερνα ρουχα για να κρυφτουνε, να κουρνιασουν στις πτυχες τους, να θρονιαστουνε στις φοδρες τους, να καλυφθουνε με τις κουκουλες τους. Φορεσανε ζωνες αγνοτητας, λαστιχενια καλλυματα στους φαλλους, στενους κορσεδες, ψηλα τακουνια, πολεμικες πανοπλιες, σφιχτες γραβατες και παπιγιον. Πασαλειφτηκανε με μπογιες, μουντζουρωθηκανε με χρωματα,τρυπηθηκανε για να κρεμασουνε κρικους και σημαδευτηκανε με ανεξιτηλες ουσιες. Φτωχα σωματα είναι βεβαιο ότι πονατε πολύ ομως τιποτα δεν συγκρινεται με τον πονο της γυμνιας όταν βρεθειτε χωρις τα στολιδια και τους μανδυες. Όταν τα σωματα βγαλουν τα ρουχα δεν αντεχουν τη γυμνια τους και αρχιζουν να φορανε πεπλα παραλογισμου και ψευδαισθησεων. Ποναει το κεφαλι τους,δεν εχουνε στηση, οργασμο, μουδιαζουν,σφιγγονται,ξεχνανε τι παει να πει ικανοποιηση,ηδονη,χαρα. Εχουνε συνηθισει την στερηση,το φοβο, τον περιορισμο και η ελευθερια μοιαζει με απειλητικο εντομο ετοιμο να τους αρπαξει την σιγουρια και την ασφαλεια του περιορισμου τους. Εξαλλου και να θελουνε να χαρουνε δεν μπορουν. Γιατι δεν ξερουν πως το κανουν τωρα πια. Η χαρα τους είναι ένα κομματι μνημη που μπηκε καποτε στο μπαουλο και εμεινε εκει, σκονισμενη και αραχνιασμενη σαν αχρηστο αντικειμενο. Δυο σωματα τριζουνε και παραδερνουνε. Αδυνατουν να επικοινωνησουν και μενουν μονα σαν αψυχες κουκλες. Το ένα είναι αρσενικο το άλλο θυληκο.

Συμπλεγμα σωματων

Ξερω πως δεν εχω το δικαιωμα κι' ....όμως σ΄αγαπω. Ναι,ασε με να σ΄αγαπω γιατι τωρα πια δεν εχω άλλη επιλογη. Καλπαζει μεσα μου ο ερωτας για σενα και χυνεται καυτος,ηδονικος σ΄ολο μου το κορμι. Με καιει,με τσουρουφλιζει,τρυπωνει βαθια μεσα μου και ταξιδευει πανω στις ραγες της υπαρξης μου. Σ΄αγαπω.Δυνατα,αλαζονικα,αχορταγα.λαιμαργα, με ασυγκρατητη λαγνεια και ηδυπαθεια. Θελω ν΄απλωσω το κορμι μου στο βωμο αυτης της λαγνειας και να χαθω μαζι σου σ΄ένα αιωνιο σμιξιμο, σε μια αχορταγη επαφη ρουφωντας την ενεργεια του κορμιου σου και δαμαζοντας τις αντιστασεις σου. Φαντασια μου,μαγεια μου εισαι το φιληδονο εγω μου, το ποτισμενο με μουσκεμενα φιλια,με τρεμαμενα σ΄αγαπω, με αλλεπαληλες σωματικες εκρηξεις.Αγαπη μου,ετσι μονο μπορω να σε αποκαλω γιατι μονο με αγαπη μοιαζεις…..




Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ηλιακη μαγισσα

Μαγικη πραξη παθιασμενης δυναμης. Τα χερια του με χειροτονουσαν ιερεια σαν φιδια που κουλουριαζονταν γυρω μου με μανια. Τοτε σηκωθηκα,υψωσα τα χερια μου πανω από το κεφαλι μου και αφησα να βγει από μεσα μου μια κραυγη, η επικληση προς τη θεα. Οι παλιρροιες του ηλιου αρχισαν να τρεχουν στο σωμα μου το νοτισμενο με κυκλους ζωης και θανατου. Το πρωι θα απευθυνω χαιρετισμο στον ηλιο και την νυχτα θα μελετησω τ’αστρα αφηνοντας τα να επηρεασουν την κινηση του αιματος μου καθως θα περιστρεφονται και θα στριφογυριζουν γυρω μου μεχρι να γινω ενα ακινητο σημειο της κινουμενης γης, κεντρο του χορου γυρω και πανω από μενα, ενός χορου που σηματοδοτει την περιστροφικη κινηση των εποχων. Αποψε που θα ενωθουμε κατω από την πανσεληνο θα φοραω μια γιρλαντα από αρωματικα λουλλουδια. Την παραμονη της ημερας των νεκρων όταν θα βρεθω μαζι σου στην ενωση που παρασερνει τα ατομα και μας κανει μονο θεο και θεα,που επιβεβαιωνει την ατερμονη ζωη του κοσμου,τη ροη της δυναμης αναμεσα στο αρσενικο και το θυληκο όπως γίνεται αναμεσα στον ουρανο και στην γη, η ζωη του δασους θα ρεει μεσα στα σωματα μας κι’εμεις θα ζευγαρωνουμε αγρια,ζωωδη,ορμητικα. Εκει,μεσα στη σπηλια με τις φωτιες να λαμπουν τριγυρω μας με τις σπιθες ν’ ανεβαινουν τριζοβολωντας στο απειρο και με τα σωματα μας βαμμενα στο χρωμα του αιματος.Το στολισμενο με τα κερατα του ελαφιου κεφαλι σου και τα στοιχειωμενα μαυρα ματια σου θα βουτηξουν μεσα μου και και θα χαθουν. Ειμαι η βασιλισσα,η ιερεια,η θεα σου και εισαι κατω από την εππικυριαρχια μου,συντροφος στο ζευγαρωμα και στον πολεμο,χαρακωμενος για παντα από την μαγεια της λεπιδας μου.




Μουσικη Δωματιου για Τσελο και Πιανο

Βρεθηκα σε μια θαλασσα που ταλαντευοταν στο ρυθμο της μουσικης. Στην αρχη ηταν μονο τα κυματα όμως σιγα σιγα αρχισαν να σχηματοποιουνται σε ανθρωπινα μελη μεχρι που πηραν τη μορφη μου. Εγω,σαν γεννημα των κυματων σαν την Αφροδιτη η σαν άλλη υδρομορφη νυμφη χορευα και στροβιλιζομουνα υπο τους ηχους του τσελου και του πιανου. Σιγα – σιγα αρχισα ν’απεκδυομαι την υδρογενη υποσταση μου και να γινομαι ανθρωπος. Αρχισα ν’απομακρυνομαι από τα κυματα και να τρεχω τρομαγμενη στη στερια. Ηθελα να σταματησω την κινηση,να μην χορευω όμως τα κυματα ετρεξαν πισω μου και με αρπαξαν πετωντας με αναμεσα τους. Για να μ’εμποδισουν να σταματησω την κινηση μου εδωσαν ένα αρσενικο να χορευει μαζι μου. Ημουνα απεριγραπτα κουρασμενη αλλα συνεχισα να χορευω ενώ τα κυματα με πετουσαν ποτε στη γη και ποτε στον ουρανο. Κάποια στιγμη βρεθηκα κρεμασμενη από σκοινια στον ουρανο και τοτε πιστεψα ότι γλιτωσα όμως ξαφνικα τα σκοινια κοπηκαν και βρεθηκα παλι στο νερο. Ουρλιαζα χωρις φωνη ενώ επεφτα στην αγκαλια των κυματων που με πεταξαν εξαντλημενη σε μια ερημη ακτη. Νομιζα ότι γλιτωσα όταν ειδα μπροστα μου μια φωτια. Η μουσικη αρχισε να δυναμωνει και με καλουσε να σηκωθω και ν’αρχισω να χορευω γυρω από τη φωτια. Ημουνα κατακοπη και φωναζα ¨όχι άλλο¨ όμως η μουσικη ηταν πιο ισχυρη από μενα και με παρακινουσε σε διαρκη κινηση. Ενώ ο χορος μου γυρω από τη φωτια στην αρχη ητανε αργος και διστακτικος σταδιακα αρχισε να επιταχυνεται και να εναρμονιζεται με τον χορο του συντροφου μου. Δεν μπορουσαμε να δουμε ο ενας τον αλλον γι’αυτό και πηδηξαμε μεσα στις φλογες. Καθως γιναμε ένα με τη φωτια αρχισα να διαπιστωνω ότι ο συντροφος μου δεν ειχε προσωπο! δεν ηταν ενας αντρας αλλα η ιδεα του αρσενικου. Ξαφνικα η φωτια εσβησε και τοτε ειδα ότι το αρσενικο ειχε γινει σταχτη. Εγω όμως βγηκα αλωβητη από τη φωτια αλλα και κατακοπη,εξαντλημενη. Τοτε τα κυματα με αρπαξαν ξανα και με πεταξαν στο βυθο. Καθως δεν ειχα άλλο κουραγιο να χορεψω, πεθανα.

Λαγνεια

Βρισκομαστε in media res. Ξαπλωμενοι στο κρεβαττι πλεκουμε ιστους αραχνης ο ενας γυρω από τον αλλον. Με χρωματιστα χαδια βαφουμε τον πινακα του Ερωτα. Τραβαμε απαλες γραμμες πανω σ΄ένα λαγνο καμβα και τον φωτιζουμε με ιμπρεσιονιστικα φιλια στις αποχρωσεις του κοκκινου,του κιτρινου και του καφε. Πλεκουμε μια ωδη στον ερωτα και φλογερα σονετα που μπερδευονται με στεναγμους και βογγητα στους ρυθμους του παθους. Τοτε φιληδονοι ηχοι βγαινουν από μεσα μας και γινονται νοτες που πετανε αλλοπροσαλα τριγυρω μας. Ξαφνικα συσπειρωνονται γυρω μας αυξανοντας βαθμιαια την ενταση για να οδηγησουν την ερωτικη μας κορυφωση στα υψηλοτερα μονοπατια της μουσικης κλιμακας. Μια θεατρικη παρασταση στην οποια εμεις ειμαστε πρωταγωνιστες και θεατες. Αρτιες ερμηνειες σε μια αφαιρετικη σκηνη με μοναδικο ντεκορ ένα κρεβαττι, ένα παραθυρο με τραβηγμενες τις κουρτινες για να βουλιαζει μεσα το φεγγαρι και η ασβεστη φλογα της φωτιας που καιει στο τζακι. Εκει ψηλα στην κορυφη του πυργου κανουμε ερωτα αιωνες τωρα ξεχασμενοι από τον κοσμο και τον χρονο.

Ο περιπλανωμενος νεκρος

Ένα και μοναδικο δεντρο βρισκεται κοντα σ΄ένα μνημα. Στα κλαδια του εχει φωλιασει ένα πουλι που το τραγουδι του είναι πενθιμο σαν μοιρολοι. Από τη θαλασσα βγαινει ένα ξωτικο,ερπεται στην ακρογιαλια και με ένα πεταγμα επιστρεφει στο νερο. Από την κορυφη του βουνου ακουγεται το ουρλιαχτο ενός λυκου, το ελαφι τρεμει από το κρυο, τα αγριοκατσικα κρυβονται στις σπηλιες, τα πουλια σκεπαζονται με τα φτερα τους ενώ το ουρλιαχτο του λυκου γίνεται ολοενα εντονοτερο σαν βογγητο θανατου. Ξαφνικα κανει την εμφανιση του ενας διαβατης. Δειχνει να ψαχνει κατι όμως ο τοπος είναι βουτηγμενος σε ζοφερο σκοταδι, γεματος βαλτους και πετρες που κατρακυλανε με ορμη από τον αερα που φυσαει μανιασμενα. Ξεριζωνει τα δεντρα και τα κλαδια με απεριγραπτη μανια, ενώ η βροχη απειλει να πνιξει την πλαση στο υγρο στοιχειο της. Εκεινη τη στιγμη ογκωδεις σκιες κανουν την εμφανιση τους από κάθε σημειο του δασους. Από παντου ακουγονται ουρλιαχτα και τρομαγμενες κραυγες που ξεσκιζουν τον αερα. Ο τοπος εχει γεμισει ισκιους νεκρων και ο πεθαμενος διαβατης αναζηταει ένα μνημα για να μπει μεσα .

Μια φορα κι' εναν καιρο...

Σε πηρα στην αγκαλια μου και σε ανεβασα σε ένα μαγικο χαλι. Ανεβηκα κι΄εγω μαζι σου και απογειωθηκα σ΄ένα συννεφο εκστασης και φιληδονων ψιθυρισματων, απαλα σαν το θροισμα του φθινοπωρινου φυλλου. Τυλιξες το σωμα σου στο δικο μου και τεντωσες το τοξο της λαγνειας μου. Φυσηξες απαλα την σκονη του ερωτικου ληθαργου λουζοντας το κορμι μου σ΄ένα ποταμι από αστερια και κοχυλια της θαλασσας. Βυθιστηκες στην αγκαλια μου κι΄εγω μεταμορφωθηκα σε αιθερια γοργονα που σε παρεσυρε στον οργιαστικο της κοσμο για να ρουφηξει κάθε σταγονα του κορμιου σου. Όμως ο χρονος κυλησε στην κλεψυθρα παρασερνοντας στο περασμα του το μαγικο χαλι, τα ψιθυρισματα, τις κραυγες και τους σπασμους που διαπερνουσαν τα κυματα των οργιων μεσα στα οποια κουλουριαστηκαμε σαν πρωτογονες μορφες ζωης. Μολις η νυχτα αρχισε να ανοιγοκλεινει τα βλεφαρα της και να τεντωνεται ηδονικα θυμηθηκαμε την εντολη της νεραιδας. Aν σας βρει η πρωινη παχνη αγκαλιασμενους η αμαξα του παθους θα γινει κολοκυθα, το μαγικο χαλι θα εξαφανιστει, ο βυθος θα διαλυθει σας σαπουνοφουσκα κι΄εσεις θα βρεθειτε γυμνοι. Γι΄αυτό φυγετε από το ονειρο πριν το παραβιασει το φως του ηλιου και φωτισει τη γυμνια του παθους σας. Φυγετε ώστε να προλαβετε να φορεσετε τους ρολους και τις συμπεριφορες που σας κανουν αναγνωρισιμους σε μια ασφαλη και καλα γνωριμη πραγματικοτητα στην οποια ανταποκρινεστε με συνεπεια καθε φορα που ξημερωνει. Τα λογια της νεραιδας εσυ τα θυμηθηκες εγκαιρα. Με σκουντηξες απαλα και μου ειπες ότι πρεπει να γυρισουμε στο τζακι που κοιμομαστε συνηθως εκει που μας περιμενουν. Εγω περισσοτερο παρορμητικη και ενθουσιωδης από σενα δεν ηθελα να αφησω το μαγεμενο βυθο του ερωτα, δεν ηθελα να πεταξω από πανω μου τα κοχυλια που με στολιζαν κι΄ουτε να αφησω τα μαλλια μου να στεγνωσουν στον ηλιο της θαμπης πραγματικοτητας,τοσο θαμπης σαν την σταχτη διπλα στο τζακι που ξαπλωνω τοσο καιρο. Δεν ηθελα να αναδυθω γιατι ηξερα ότι τα τοξα της αφροδιτης θα εμεναν για παντα πισω μου. Οχι, η αναδυση μου δεν θα με αναγενουσε με τη μορφη της αφροδιτης αλλα θα με κομματιαζε σαν τον ατυχο Ορφεα που εχασε τον ερωτα του. Όμως γλυκο μου πλασμα δεν μπορω να σου αρνηθω τιποτα. Μια πρασινη φλογα τρεμοπαιζει στα ματια σου όταν σε κυριευει η λαγνεια. Σαν πρασινος δρακος που πεταει φωτιες ξεδιπλωθηκες στα αδυτα του κορμιου και της ψυχης μου διαπερνωντας τις σχισμες του ποθου μου. Γι΄αυτό σου εδωσα το χερι μου κι΄εσυ με τραβηξες κοντα σου υπενθυμιζοντας μου ότι ξημερωσε κι΄εμεις πρεπει να γυρισουμε. Το παραμυθι τελειωνει εδώ. Ευχομαι μονο η επομενη φορα που θα μας αναζητησει το ονειρο που κραταει το γοβακι για να μας μεταφερει στο χρυσοστολιστο παλατι του να μην είναι πολύ μακρια. Τοτε θα μεταμορφωθω σε μαιναδα και θα πιω το κορμι σου με χυμωδη,οργιαστικα,λαιμαργα φιλια σ΄ένα σκοτεινο δωματιο λουσμενο μονο από το δικο σου φως!


Βροχη απο χρυσαφι



Εκει που εισαι το πελαγος είναι φουρτουνιασμενο. Φυσαει μανιωδως και ο κρυος αερας σου μαστιγωνει το προσωπο. όμως αναπνεεις βαθια,αληθινα και ο αερας εισχωρει ολος στα πνευμονια σου και αναζοωγονει την υπαρξη σου. Τα συννεφα στον ουρανο συναθροιζονται αποφασισμενα να πλανεψουν το φως και να απλωσουν τον σκοτεινο τους ιστο. Κατω από αυτην την αποκοσμη χλωμαδα γινεσαι μια λεπτομερεια που βαδιζει συντροφια με τον ανεμο. Κρατας στο χερι τα πολυτιμα βιβλια που αρχιζουν να δεχονται τις ψιλες σταλες της βροχης που κατευθυνεται προς το προσωπο σου για να το χαιδεψει και να σταθει πανω στο σωμα σου σαν φιληδονος γεματος ηδυπαθεια εραστης. Πράγματι η βροχη αρχιζει και παιρνει την μορφη του και τωρα αυτος στεκεται μπροστα σου ολοζωντανος, ορμητικος, ενθουσιασμενος που επιτελους σε βρηκε. Γιατι σε εψαχνε σε ολη την πλαση μεταμορφωμενος σε βροχη που επεφτε ανορεχτα επανω σε προσωπα τα οποια ψηλαφιζε για να δει αν εισαι εσυ και κάθε φορα εφευγε απογοητευμενος. Γιατι κάθε φορα που εβρεχε εσυ ετρεχες να κρυφτεις.Φοβοσουνα.Όμως εκεινη την ημερα αδιαφορωντας για την βροχη βγηκες εξω να τον αναζητησεις. Διπλα στην θαλασσα που λυσσομανουσε φωναξες το ονομα του. Τα συννεφα συνωμότησαν για να τον φερουν κοντα σου ώστε να γλιστρήσει απαλα στο σωμα σου και να ενωθει μαζι σου. Εκεινος αρχιζε να σταζει απαλα στο παγωμενο προσωπο σου και καθως αρχισε να σε αναγνωριζει δυναμωσε την ενταση και σε τυλιξε ολοκληρη στα υγρα του χερια.

Βρυκολακας


Καθως με πλησιασες μπορεσα να διακρινω τα αιχμηρα σου δοντια. Αυτά που ακονισες για να χωθουν βαθια μεσα στη σαρκα μου και να πιουν αχορταγα αιμα. Τα εμπηξες με ορμη στον λαιμο μου και μια σταγονα αιμα ετρεξε. Τοτε αρχισες να ρουφας το αιμα που ξεχειλιζε από μεσα μου ενώ αφηνα κραυγες ηδονης και πονου. Με καρφωναν τα δοντια σου την ωρα που ξεψυχουσα μεσα στα βογγητα μου. <Θελω να χωρεσω ολοκληρος μεσα στο σωμα σου> ελεγες και με ικετευες να σε αφησω να ξαναγενηθεις μεσα μου. Δεν μπορεσα να αντισταθω και σαν ποταμι σ’ αφησα να τρεξεις μεσα μου και να καλπασεις στα αδυτα του κορμιου μου. Εκει στροβιλιζοσουνα με ηδονικες κραυγες ενώ εγω σε γεννουσα με φωνες και ουρλιαχτα καθως εσταζα από ηδονη. Χαραξες ρηγματα στο κορμι μου,το καταβροχθισες και το αδειασες από ζωη. Ξαναγεννηθηκες είναι αληθεια, όμως εκεινη την ωρα πεθαινα εγω.

Αγαπα με

Αγαπα με γιατι ειμαι ξεχωριστη και συνηθισμένη. Γιατι ειμαι αλλοκοτη, αποκοσμη, μοναχικη. Αγαπα με, όταν απογοητευομαι, θυμωνω, φοβαμαι. Όταν κλαιω και όταν παραμενω ανεκφραστη. Αγαπα τις ατελειες του σωματος μου, της ψυχης μου,το τρεκλισμα των σκοτεινων και αποκρυφων σκεψεων μου. Αγαπα με γιατι ειμαι ενας απλος ανθρωπος που το μονο που θελει είναι να αγαπηθει. Aν σταθω αντικρυ σου και καθρεφτιστει η μορφη σου στα ματια μου θα μ΄αγαπησεις;



Γονιμοποιηση

Στη Θυια οπου στροβιλιζονται οι μαιναδες βρισκεται κουλουριασμενος ο Πυθωνας ο γιος της Γαιας. Σημερα το μερος αυτό καλειται Δελφοι, η μητρα, ο ομφαλος της γης. Παναρχαιος αρχεγονος χορος σερνει τα βηματα του καλωντας την αγαστη Αφροδιτη, καλπαζουσα θεα πανω σε έναν λευκο κυκνο. Ανταποκρινεται στο καλεσμα και φτανει περικυκλωμενη από νεραιδες, τριτωνες, δελφινια. Οντα μυστηριακα, οι Ωρες, η Ευνομια, η Δικη και η Ειρηνη που ηρθαν να την ντυσουν την στιγμη της γεννησης της. πηρε μορφη μεσα από τα κυματα που αφρισαν από το βιαιο σκορπισμα των γενετικων οργανων του oυρανου. Την ιερη πομπη πλαισιωνουν οι τρεις χαριτες η Αγλαια, η Ευρυνομη και η Θαλεια,θεες της γοητειας, της δημιουργικοτητας και της γονιμοτητας.Χαρουμενα κινουνται γυρω της νυμφες, ο Ερωτας, η Πειθω και ο Ποθος. Στον ομφαλο της γης καταφθανουν για να κορεσουν την ανάγκη τους να γινουν αντικειμενα λατρειας. Ανταποκρινονται στο καλεσμα των πιστων, αγανται από αυτους και μεσα από ιαχες και παναρχαιους χορους ερχονται να σμιξουν μαζι τους. Αναμεσα σε παπαρουνες, τριανταφυλλα και ροδια ξετυλιγουν το αλλοκοτο βημα τους που κορυφωνεται σε ένα αγριο χορο. Γι’αυτόν τον χορο οι Ωρες θα κλεισουν με συννεφα τις πυλες του Ολυμπου και θα βοηθησουν τον ηλιο να δυσει. Θα μαγεψουν με ιχωρ την Χλωριδα για να σφαλισει τα αγρυπνα ματια της και θα παρασυρθουν ολοι μαζι σε ένα αρχεγονο, μυστηριακο,οργιαστικο χορο γονιμοτητας.